Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Ο δεύτερος κύκλος διαλόγου για τα κρίσιμα ζητήματα της αγοράς εργασίας στη χώρα μας


Ξεκινά αύριο Πέμπτη, ο δεύτερος κύκλος διαλόγου στο υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας με τους θεσμικούς Κοινωνικούς Εταίρους για τα κρίσιμα ζητήματα της αγοράς εργασίας στη χώρα μας.
Ο υπουργός κ. Ιωάννης Βρούτσης απέστειλε πρόσκληση προς τη Γενική Συνομοσπονδία Εργα­τών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), καθώς και στο  Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), προκειμένου να γίνει κοινή συνάντηση την Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012, στις 11 π.μ όπου θα καθοριστούν η ατζέντα και το χρονοδιάγραμμα του διαλόγου για όλα τα ζητήματα της αγοράς εργασίας.

Η επαναλειτουργία του εργοστασίου της Χαλυβουργίας στον Ασπρόπυργο


Το υπουργείο Εργασίας κατέβαλε και θα συνεχίσει να καταβάλλει κάθε δυνατή συμφιλιωτική προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της Χαλυβουργίας.
Το εργοστάσιο πρέπει να επαναλειτουργήσει προς όφελος της ελληνικής οικονομίας, της απασχόλησης και των ίδιων των εργαζομένων.
Έστω και την ύστατη στιγμή, καλούνται όλοι να συνεισφέρουν θετικά στην εξεύρεση λύσης και την επαναλειτουργία του εργοστασίου της Χαλυβουργίας στον Ασπρόπυργο.

Εξυγίανση του ΟΣΕ και αποκρατικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ


Ο υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κ.Κωστής Χατζηδάκης μετά από σειρά επαφών που είχε στο περιθώριο του άτυπου Συμβουλίου Μεταφορών και Τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο,  δήλωσε, μεταξύ άλλων:
«Θυμάμαι από την εποχή που ήμουν ακόμη ευρωβουλευτής την προσπάθεια της Κύπρου να ενταχθεί στην ΕΕ. Επομένως, το γεγονός ότι σήμερα η Κύπρος έχει την Προεδρία της ΕΕ έχει και για εμένα, αλλά είμαι βέβαιος και για όλους τους Έλληνες, ιδιαίτερη συναισθηματική αξία και δείχνει πως όταν πιστέψουμε σε κάποιο στόχο, μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Με ιδιαίτερη χαρά συναντήθηκα με τον ομόλογό μου της Κυπριακής Δημοκρατίας τον υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, τον κ. Φλουρέντζου και συζητήσαμε για τις προτεραιότητες της Κυπριακής Προεδρίας στον τομέα μας και φυσικά για θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, όπως είναι η πρωτοβουλία ΒlueMed για την κοινή διαχείριση του εναερίου χώρου Ελλάδος, Κύπρου, Ιταλίας και Μάλτας. Μια πρωτοβουλία που πρέπει να προχωρήσει και να έχουμε συγκεκριμένα αποτελέσματα μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012.
Για θέματα, επίσης, της αρμοδιότητάς μου, θα έχω αμέσως μετά την ευκαιρία να συναντηθώ και με τον υπουργό τον κ. Συλικιώτη.
Είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν και  Επίτροπο αρμόδιο για θέματα μεταφορών κ. Kallas. Εμείς έχουμε μια σειρά από υποθέσεις που ενδιαφέρουν τις Βρυξέλλες, ενδιαφέρουν την Επιτροπή στον τομέα των μεταφορών. Τον ενημέρωσα για την πρόοδο που υπάρχει σε σχέση με την αξιοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων στην Ελλάδα και την προσπάθεια που γίνεται γι αυτό από το Ταμείο. Επίσης, συζητήσαμε για την παράλληλη προσπάθεια που κάνουμε να απεμπλακεί το θέμα των τεσσάρων μεγάλων παραχωρήσεων, των τεσσάρων μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, όπου η Επιτροπή θα κληθεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σε θέματα ανταγωνισμού, εσωτερικής αγοράς και πολιτικής μεταφορών και είδαμε πως θα μπορούσαν οι σχετικές συζητήσεις να επιταχυνθούν. Συζητήσαμε, τέλος, το ζήτημα του ΟΣΕ που όπως ξέρετε υπάρχει βούληση από την πλευρά του Πρωθυπουργού και της κυβέρνησης να προχωρήσουμε σε αποκρατικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ.  Υπάρχουν, όμως, νομικά εμπόδια σε ζητήματα κρατικών ενισχύσεων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εξέφρασα τη βούληση της κυβέρνησης το ταχύτερο δυνατόν να αντιμετωπιστούν σε συνεργασία φυσικά με την ΕΕ τα θέματα αυτά, ώστε στη συνέχεια να προχωρήσουμε στα επόμενα στάδια για την εξυγίανση του ΟΣΕ και την αποκρατικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ».

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

«Επενδύσεις στην Ευρώπη: Ανάγκη σύγκλισης Βορρά και Νότου»


Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την Ελλάδα και την Ευρώπη, όπου η προσέλκυση επενδύσεων και η ισόρροπη  κατανομή τους στις ευρωπαϊκές περιφέρειες αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την ανάπτυξη και την ανάκαμψη των οικονομιών, ιδίως του νότου, υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο η έκθεση της ευρωβουλευτού κας Ρόδης Κράτσα- Τσαγκαροπούλου για την «ελκυστικότητα των επενδύσεων στην Ευρώπη».
«Ζητούμε εναγωνίως από την ανάπτυξη να δημιουργήσει πλούτο, θέσεις εργασίας, να ενισχύσει την διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ένωσης καθώς και την οικονομική και περιφερειακή σύγκλιση εντός της Ε.Ε. Η ανάπτυξη αυτή θα προέλθει κατεξοχήν από επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και επενδύσεις» επισημαίνει η ευρωβουλευτής και συμπληρώνει:
«Ο στόχος μας πρέπει να είναι διπλός: 1) Η Ευρώπη να παραμένει ο πρώτος επενδυτικός προορισμός παγκοσμίως, θέση η οποία απειλείται με δεδομένο τον ισχυρό ανταγωνισμό από νέους επενδυτικούς προορισμούς 2) Οι επενδύσεις πρέπει να συμβάλλουν στην ισόρροπη ανάπτυξη και συνοχή της Ε.Ε.».
Η έκθεση κάνει μία λεπτομερή καταγραφή  στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών στις ευρωπαϊκές οικονομίες, κυρίως όσον αφορά στις χώρες του Νότου, λόγω των κινδύνων που εγκυμονούν  εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης.
Η εισηγήτρια τονίζει ότι το 26% των επενδυτών θεωρεί τη Βόρεια Ευρώπη ελκυστική και ιδιαίτερα το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, σήμερα στη Νότια Ευρώπη μόνο το 3% των business leaders ενδιαφέρεται να επενδύσει.
«Είναι άμεση η ανάγκη να αξιοποιηθούν τα οφέλη που προσφέρει το ευρώ, τα διαρθρωτικά ταμεία και η ενιαία αγορά καθώς και τα ιδιαίτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ευρωπαϊκών περιφερειών για την προσέλκυση εγχώριων και ξένων άμεσων επενδύσεων. Ο σχεδιασμός και η  ταχεία αξιοποίηση των καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως τα ομολόγα έργων και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με την ενεργότερη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την προώθηση επενδύσεων που θα συμβάλλουν στην ανάκαμψη των οικονομιών της Ευρώπης, δεν πρέπει να καθυστερήσουν».
Η έκθεση ζητεί μία ευρωπαϊκή στρατηγική επενδύσεων, ολοκληρωμένη και συνεκτική στο ευρύτερο πλαίσιο της στρατηγικής “Ευρώπη 2020” με στόχο να ενισχύσει την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης και  δημιουργίας θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα στις χώρες που αντιμετωπίζουν χαμηλή ανάπτυξη ή ύφεση όπως στην Ελλάδα.
Σήμερα  το μεγαλύτερο ποσοστό των επενδύσεων προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η σημασία των επενδυτών από τις αναδυόμενες οικονομίες, και κυρίως την Κίνα,  είναι διαρκώς αυξανόμενη. Για την καταγραφή αυτών των δεδομένων και την παρακολούθηση της προόδου της επενδυτικής πολιτικής, η εισηγήτρια προτείνει τη δημιουργία Παρατηρητηρίου για τις επενδύσεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με στόχο την προώθηση της Ε.Ε. ως επενδυτικού προορισμού μέσω προτάσεων με ιδιαίτερη έμφαση στην εξισορρόπηση της βάσης  των επενδύσεων μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.
 Σύμφωνα με τις προτάσεις της εισηγήτριας απαιτούνται επίσης:
-      περισσότερες επενδύσεις στην έρευνα, στην καινοτομία και στην εκπαίδευση
 άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων και άλλων κανονιστικών αγκυλώσεων
-          ενθάρρυνση της διασυνοριακής επιχειρηματικότητας και συνεργασίας
-          μεγαλύτερος συντονισμός δημοσιονομικών, φορολογικών και οικονομικών πολιτικών των κρατών-μελών
-          ενεργότερος ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην ενίσχυση της ρευστότητας
  προώθηση της συνεργασίας των οικονομικών φορέων μεταξύ των χωρών-μελών και της συμπληρωματικότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων
-          ενθάρρυνση των μακροπεριφερειακών στρατηγικών, όπως  αυτής μεταξύ χωρών της Μεσογείου, και καλύτερη αξιοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας στον Βορρά και τον Νότο της Ευρώπης
-          σύναψη συμφωνιών για ζώνες ελεύθερων συναλλαγών με τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Ε.Ε. με ισόρροπη και αμοιβαία προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων μερών
-          προσέλκυση θεσμικών επενδυτών με συμμετοχή σε ευρωπαϊκά ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου, καθώς και προώθηση συνεργειών μεταξύ της Ε.Ε. και των κρατικών επενδυτικών ταμείων από τρίτες χώρες
-          ενεργός ρόλος της Ε.Ε. σε διεθνές επίπεδο για την χρηματοπιστωτική εποπτεία, μακροοικονομική ισορροπία και προάσπιση της ευρωπαϊκής ελκυστικότητας και ανταγωνιστικότητας.

Οι αποφάσεις για την Ισπανία και την Ιταλία οφείλουν να ι-σχύσουν σε κάθε χώρα που εφαρμόζει το συμφωνηθέν πρό-γραμμα


Οι αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής για την κρίση χρέους και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, οφείλουν να ισχύσουν με όρους απόλυτης ισοτιμίας σε κάθε χώρα που εφαρμόζει το πρόγραμμα που έχει συμφωνηθεί.  Αυτό ήταν το μήνυμα της επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, κας Μαριέττας Γιαννάκου στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΚ) στο Στρασβούργο, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής στις 28-29 Ιουνίου, παρουσία του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Βαν Ρομπάι, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Μπαρόζο.
Στην παρέμβαση της η κα Γιαννάκου επεσήμανε ότι παρά την κριτική που μπορεί να ασκεί το ΕΚ, ζητώντας ορθώς, μεγαλύτερα βήματα ευρωπαϊκής ενοποίησης, οι αποφάσεις της τελευταίας Συνόδου Kορυφής ήταν αδιαμφισβήτητα πολύ θετικές.  Αναφερόμενη στο Σύμφωνο Ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας, υπογράμμισε ότι θα πρέπει να επικεντρωθεί σε συγκεκριμένους τρόπους και μορφές ανάπτυξης, ούτως ώστε να μην έχουμε τα ίδια απογοητευτικά αποτελέσματα που είχαμε με τις κατευθυντήριες γραμμές της Λισαβόνας.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, η επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, τόνισε ότι η εφαρμογή των αποφάσεων που ελήφθησαν για  την Ισπανία και την Ιταλία, στην περίπτωση της Ελλάδας,  θα απάλλασσε το ελληνικό κράτος από ένα χρέος περίπου 50 δις ευρώ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν και δίκαιη και ορθή, εφόσον η χώρα συνεχίσει να εφαρμόζει το πρόγραμμα που έχει συμφωνηθεί.
Τέλος, ολοκληρώνοντας  την παρέμβασή της η κα Γιαννάκου εστίασε στο σημαντικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στην επίλυση του προβλήματος ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και η ενισχυμένη συνεργασία των κρατών μελών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε "Παρά τις επιμέρους εθνικές διαφοροποιήσεις, ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών αποτελεί πάγιο αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε συνδυασμό  και με τους ιδίους πόρους της Ένωσης  θα μπορούσε να επιφέρει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα στις προσπάθειες αντιμετώπισης της τρέχουσας οικονομικής κρίσης".